ιξαλή

ἰξαλῆ και ἰξάλη, ἡ (Α) [ίξαλος]
1. δέρμα κατσίκας
2. ένδυμα υποκριτών στα σατυρικά δράματα («ἐσθὴς σατυρική», Πολυδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιττέλα — ἰττέλα και ἰτθέλα, ἡ (Α) (κατά τον Πολύδ.) διφθέρα, δέρμα από αίγα, ιξαλή* και ιξάλη. [ΕΤΥΜΟΛ. Τόσο ο τ. ἰττέλα όσο και ο τ. ἰτθέλα αποτελούν διαφορετικές γραφές τού τ. ἰξαλῆ (< ἴξαλος). Οι γραφές τού τ. με ξ , ττ , τθ αποτελούν ενδείξεις ότι… …   Dictionary of Greek

  • Idioma eteocretense — Eteocretense, minoico ? Hablado en Grecia Región Isla de Creta Hablantes Lengua muerta Familia Lengua aislada  Eteocretense …   Wikipedia Español

  • Этеокритский язык — Минойский, этеокритский Самоназвание: неизвестно; самоназвание народа Kaftiu Страны: Крит, Киклады …   Википедия

  • Минойский язык — Минойский, этеокритский Самоназвание: неизвестно; самоназвание народа Kaftiu Страны: Крит, Киклады, Кипр, Угарит Вымер: III век до н. э. Классификация …   Википедия

  • ίξαλος — ο (Α ἴξαλος, ον) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο ίξαλος γένος σπονδυλωτών τής οικογένειας ρανίδες αρχ. (επίθ. τών άγριων κατσικιών) 1. αυτός που πηδάει, ο ακμαίος, ο ζωηρός («τόξον ἐΰξοον ἰξάλου αἰγὸς ἀγρίου», Ομ. Ιλ.) 2. ευνουχισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.